«Την καημένη…», είπε κάποιος που την είδε να γυροφέρνει στο χωριό.Όμως μόνο καημένη δεν ήταν. Τα ρούχα, η εμφάνιση και η ιδεολογία της δεν ταίριαζαν στον ασφυκτικά μικρό κοινωνικό της περίγυρο.
Εκείνη ήταν χαρούμενη, κι ας μην το έβλεπε κανείς… τι σημασία είχε τελικά;
Ειδικά σήμερα όμως υπήρχε κάτι που την βασάνιζε. Φαινόταν στο βλέμμα της.
Τα μάτια της είχαν χάσει την συνήθης λάμψη τους. Ο καθρέπτης της ψυχής δεν λέει ποτέ ψέματα.
Πήγε στη λίμνη, έβγαλε τα ρούχα της και ξάπλωσε γυμνή πάνω στη γη.
Οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν κάθε μόριο του σώματός της.
Παρακαλούσε την ενέργεια της γης και την δύναμη του ήλιου να ζεστάνουν λίγο την ψυχή της.
Σαν να έψαχνε για την λύτρωση. Τι λύτρωση από τι όμως;
Οι σκέψεις άρχιζαν να παίρνουν μορφή. Έπρεπε να βρεθούν τα κατάλληλα λόγια να ειπωθούν. Να φύγει το βάρος που της στέρησε το χαμόγελο.
Άρχισε να μονολογεί για λίγο… «Γαλανέ ουρανέ σου ανήκω. Σε εσένα και στη γη που με γέννησε. Ναι, είμαι παιδί δικό σας. Μέσα από αυτή τη σκέψη έμαθα να φτιάχνω και να χαρίζω τα πιο όμορφα χαμόγελά μου. Ήρθα σήμερα εδώ να σας ανακοινώσω την πιο λυπηρή διαπίστωσή μου. Όσες φορές κι αν προσπάθησα να φάω κουτόχορτο, για να μην στεναχωρήσω κάποιον, τελικά καμία δεν τα κατάφερα. Αυτός ο κάποιος (που αλλάζει πρόσωπο και φύλο ανά καιρούς) δίνοντάς το μου, το στόλισε περίτεχνα, το αρωμάτισε και στ’ αλήθεια θα το ζήλευε ο καθένας. Και ποιος δεν θα ήθελε να το φάει; Αλλά έχω κι αυτό το ελάττωμα… την ευαισθησία στη μύτη. Δεν την αντέχω την δυσωδία που αναδύεται πίσω από όλα αυτά τα αρώματα! Προσπάθησε να την κρύψει για το καλό μου. Αλλά πάντα την αισθάνομαι.
Ο καημένος… θα πρέπει να νιώθει μεγάλη απογοήτευση κάθε φορά που αρνούμαι, ενώ εκείνος προσπαθεί τόσο για μένα. Για να με πείσει να το δεχθώ. Έχω δει πάρα πολλούς ανθρώπους να το απολαμβάνουν και να ζητούν ολοένα και περισσότερο. Κρίμα που δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω όπως εκείνοι που μπορούν να το τρώνε με τόση όρεξη. Τους κοιτάζει με τόση ευτυχία και λυπάμαι που εγώ δεν μπορώ να του την προσφέρω. Είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου Θα πορευτώ με αυτό..»
Τα χρυσαφένια της δάκρυα έβρεξαν την καυτή γη. Η μάνα γη απορρόφησε τον πόνο από την καρδιά της.
Σηκώθηκε, τσαλαπάτησε στη λίμνη και με μια βαθιά βουτιά χάθηκε στα καταπράσινα νερά.
Η ιστορία κατασκευάστηκε με αφορμή το κάλεσμα του φίλου μου κατουρημένου με τις λέξεις γαλανέ, γυροφέρνω, κουτόχορτο, χρυσαφένια, τσαλαπάτημα.
Οι επόμενες 5 λέξεις είναι τσίσα (μιας και είπαμε, η πρόσκληση ήταν του κατουρημένου), άνεμος, πόμολο, καρμπυρατέρ, κλειδοκράτορας.
Ας γράψει όποιος νομίζει ότι μπορεί να δημιουργήσει από αυτά! :D
Εμένα πάντως με κούρασαν τα μπλογκοgames.
Αν και χρωστάω ακόμη ένα! (σε προλαβαίνω ;)
Προτείνω να τα συζητήσουμε όλα αυτά από κοντά στα Blogeros Islands..
(Μας περιμένει κόσμος και τρίχρωμα κοκτέηλ!)

